κράζω
άλλο1. Εκφράζω έντονη και συχνά περιπαικτική ή επιτιμητική κριτική για κάποιον ή κάτι.
2. Φωνάζω δυνατά εναντίον κάποιου, συνήθως για να τον αποδοκιμάσω.
3. Στη λαϊκή χρήση, διασύρω ή σχολιάζω αρνητικά κάποιον δημόσια.
Συνώνυμα
χλευάζω κοροϊδεύω γιουχάρω κατσάδιαζω μουντζώνω μπινελίζω βρίζω ξεφτιλίζω κατηγορώ επικρίνω κατακρίνω αποδοκιμάζω φωνάζω κραυγάζω ξεφωνίζω διαπομπεύω προσβάλλω γελοιοποιώ ουρλιάζω υποβαθμίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι βάτραχοι κράζουν δυνατά τη νύχτα στο έλος.
- Ο πετεινός κράζει μόλις ξημερώνει.
- Οι θαμώνες κράζουν τον τραγουδιστή για το φάλτσο του.
- Η κριτική επιτροπή τον κράζει για την κακή του εμφάνιση.
- Τα παιδιά κράζουν από ενθουσιασμό στο γήπεδο.