κούρεμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του κόψιμου των μαλλιών σε άτομο, κατά το οποίο τα μαλλιά μειώνονται σε μήκος και διαμορφώνονται σε συγκεκριμένο στυλ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κούρεμα που έκανα χθες μου αρέσει πολύ.
- Έκλεισα ραντεβού για κούρεμα το απόγευμα.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε κούρεμα του χρέους κατά 40%.
- Οι καταθέτες φοβήθηκαν μετά το κούρεμα στις καταθέσεις.
- Ο βοσκός έκανε κούρεμα στα πρόβατα πριν το καλοκαίρι.