μαλλί
ουσιαστικό1. Σύνολο τριχών που καλύπτουν το κεφάλι ή άλλο τμήμα του σώματος, συνήθως με ποικίλο μήκος, υφή και χρώμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαλλί της ήταν μακρύ και λαμπερό.
- Το μαλλί του προβάτου είναι πολύ αφράτο.
- Έπλεξα ένα κασκόλ με μαλλί που αγόρασα στην αγορά.
- Τα παιδιά αγόρασαν μαλλί της γριάς στο πανηγύρι.
- Πήγε στο κομμωτήριο για να κουρέψει το μαλλί της.