κορούλα
ουσιαστικό1. Μικρό κορίτσι ή κόρη, παιδί θηλυκού γένους.
2. Όρος στοργής ή υποκοριστικό για κόρη ή νεαρή γυναίκα, που δηλώνει τρυφερότητα ή οικειότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κορούλα μου πήρε άριστα στο διαγώνισμα.
- Έλα, κορούλα, να σου δείξω το καινούργιο παιχνίδι.
- Μια μικρή κορούλα χόρευε στην πλατεία.
- Η κορούλα του αφεντικού μπαίνει πάντα χωρίς να περιμένει.
- Η γιαγιά φώναξε: «Ώρα για φαγητό, κορούλα!»