κλήση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα του καλείν για άμεση επικοινωνία, συνήθως τηλεφωνική ή μέσω ηλεκτρονικών μέσων, κατά την οποία ένα άτομο ζητά ή λαμβάνει επικοινωνία με άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έλαβα μια κλήση από άγνωστο αριθμό.
  • Έχεις τρεις αναπάντητες κλήσεις στο κινητό.
  • Έλαβε κλήση να καταθέσει ως μάρτυρας.
  • Ο παίκτης έλαβε κλήση στην εθνική ομάδα.
  • Η συνάρτηση κάνει μια κλήση σε άλλη συνάρτηση για να λάβει δεδομένα.

Σχετικά άρθρα