καταστροφικός

επίθετο

1. Που προκαλεί εκτεταμένη υλική φθορά, καταστροφή ή απώλεια σε πρόσωπα, περιουσίες, κατασκευές ή το περιβάλλον.

2. Που επιφέρει σοβαρές και ευρείες αρνητικές συνέπειες σε οικονομικό, κοινωνικό ή ψυχικό επίπεδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σεισμός ήταν καταστροφικός.
  • Οι πυρκαγιές προκάλεσαν καταστροφικές ζημιές σε πολλά σπίτια.
  • Η σχέση του με το αλκοόλ έγινε καταστροφική για την υγεία και την εργασία του.
  • Το λάθος αυτό είχε καταστροφικό αποτέλεσμα.
  • Οι πόλεμοι ήταν καταστροφικοί για τις επόμενες γενιές.