καταστηματάρχης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που κατέχει, διευθύνει ή είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία ενός καταστήματος, ασχολούμενο με την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών στον χώρο αυτό.
Συνώνυμα
ιδιοκτήτης μαγαζάτορας επιχειρηματίας έμπορος μικροεπιχειρηματίας παντοπώλης ψιλικατζής μαγαζάκιας αφεντικός πωλητής εργοδότης διαχειριστής διευθυντής υπεύθυνος μανάβης φούρναρης καφετζής πωλήτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καταστηματάρχης άνοιξε το μαγαζί νωρίς το πρωί.
- Στη γειτονιά, ο καταστηματάρχης της φούρνας είναι γνωστός για το φρέσκο ψωμί.
- Η Μαρία, καταστηματάρχης στο κέντρο της πόλης, ανανέωσε τη βιτρίνα.
- Ο καταστηματάρχης διαμαρτυρήθηκε για τους νέους φόρους και τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις.
- Μίλησα με τον καταστηματάρχη για να κλείσουμε ραντεβού για προμήθειες.