καταρρακωμένος

άλλο

Που έχει καταπονηθεί ψυχικά ή συναισθηματικά και δείχνει έντονη απογοήτευση, λύπη ή εξάντληση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την αποτυχία του ήταν καταρρακωμένος και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.
  • Η καταρρακωμένη φωνή της πρόδιδε την έντονη στενοχώρια της.
  • Βγήκε από τη συνάντηση καταρρακωμένος, επειδή έχασε την ευκαιρία που περίμενε μήνες.
  • Το ηθικό της ομάδας ήταν καταρρακωμένο μετά τη βαριά ήττα.
  • Τον είδα καταρρακωμένο από την κούραση και την απογοήτευση.