καταπιάνομαι
ρήμα1. Αρχίζω να ασχολούμαι ενεργά με κάποιο θέμα, εργασία ή υπόθεση.
2. Παίρνω την πρωτοβουλία ή την ευθύνη να διαχειριστώ, να εξετάσω ή να λύσω ένα ζήτημα.
3. Ασχολούμαι εντατικά ή επίμονα με κάτι, καταναλώνοντας χρόνο και προσοχή για μεγάλο διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί καταπιάνομαι με την ανάγνωση των ειδήσεων πριν ξεκινήσω τη δουλειά.
- Όταν καταπιάνομαι με ένα δύσκολο πρόβλημα, αφιερώνω ώρες στην ανάλυσή του.
- Στην έρευνα, καταπιάνομαι κυρίως με θέματα βιοηθικής.
- Προτιμώ να καταπιάνομαι με τα πρακτικά ζητήματα πριν συζητήσουμε τις γενικές ιδέες.
- Μερικές φορές καταπιάνομαι υπερβολικά με λεπτομέρειες και χάνω την εικόνα του συνόλου.