καταλογίζω

ρήμα

1. Αποδίδω σε κάποιον την ευθύνη ή το σφάλμα για μία πράξη, γεγονός ή αποτέλεσμα.

2. Επιβάλλω οικονομική χρέωση σε πρόσωπο ή λογαριασμό για δαπάνη, υπηρεσία ή ζημία.

3. Εγγράφω λογιστικά ή καταχωρώ ως χρέωση ένα ποσό σε λογαριασμό ή βιβλίο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον διευθυντή καταλογίζω μεγάλη ευθύνη για το λάθος.
  • Στον συγγραφέα καταλογίζω πρωτοτυπία και ευαισθησία στο ύφος του.
  • Στον πελάτη καταλογίζω τα έξοδα αποστολής στον επόμενο λογαριασμό.
  • Στον οδηγό καταλογίζω πρόστιμο για παραβίαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
  • Στην προηγούμενη διοίκηση καταλογίζω την αποτυχία του σχεδίου.