κατακραυγή
ουσιαστικόΈντονη, συνήθως μαζική και δημόσια έκφραση δυσαρέσκειας ή καταδίκης προς πρόσωπο, πράξη, απόφαση ή γεγονός, με στόχο την καταγγελία και την άσκηση κοινωνικής πίεσης.
Συνώνυμα
καταδίκη καταγγελία διαμαρτυρία επίκριση αγανάκτηση λοιδορία αποδοκιμασία στίγμα κριτική οργή θόρυβος αντίδραση διαπόμπευση βοή ξεφτίλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημόσια κατακραυγή ανάγκασε την εταιρεία να ζητήσει συγγνώμη.
- Το σκάνδαλο προκάλεσε έντονη κατακραυγή στα μέσα ενημέρωσης.
- Υπήρξε γενική κατακραυγή για την απόφαση της διοίκησης.
- Η κατακραυγή του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει πίσω.
- Δεν περίμενε τόσο μεγάλη κατακραυγή μετά τις δηλώσεις του.