κατάσχεση

ουσιαστικό

1. Αναγκαστική δέσμευση και αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων από αρμόδια δημόσια ή δικαστική αρχή για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης ή την εκτέλεση δικαστικής απόφασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάσχεση του αυτοκινήτου έγινε μετά από δικαστική απόφαση.
  • Ο δικαστικός επιμελητής προχώρησε σε κατάσχεση των εμπορευμάτων του καταστήματος.
  • Έλαβε ειδοποίηση για κατάσχεση των χρημάτων από τον τραπεζικό του λογαριασμό.
  • Η κατάσχεση μέρους του μισθού του έγινε για την εξόφληση του χρέους.
  • Η κατάσχεση των εγγράφων κρίθηκε απαραίτητη στην προανάκριση.