καμουφλάζ
ουσιαστικό1. Μέθοδος, τεχνική ή σύστημα απόκρυψης και συγχώνευσης αντικειμένων, ατόμων ή ζώων με το περιβάλλον τους, ώστε να γίνονται δυσδιάκριτα ή αόρατα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καμουφλάζ των στρατιωτών έκανε δύσκολη την ανεύρεσή τους στο δάσος.
- Ο στρατιώτης άπλωσε καμουφλάζ στο πρόσωπό του πριν την αποστολή.
- Το πουκάμισο είχε σχέδιο καμουφλάζ.
- Η ανακοίνωση ήταν απλό καμουφλάζ που αποπροσανατόλισε το κοινό.
- Οι ζωολόγοι μελέτησαν το καμουφλάζ των ζώων για να κατανοήσουν την προσαρμογή τους.