κακοποιώ
ρήμα1. Προκαλώ σωματική ή ψυχική βλάβη σε κάποιον με πράξεις βίας, εξαναγκασμού ή σκληρής μεταχείρισης.
2. Φέρομαι με τρόπο που βλάπτει, ταλαιπωρεί ή υποβαθμίζει άνθρωπο, ζώο ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακοποίηση ενός παιδιού είναι έγκλημα, και όποιος κακοποιώ αδύναμους ανθρώπους πρέπει να τιμωρείται.
- Δεν μπορείς να κακοποιώ τα ζώα και να το θεωρείς ασήμαντο.
- Ο δράστης κατηγορήθηκε ότι κακοποιώ τη σύντροφό του για χρόνια.
- Ο εργοδότης απείλησε ότι θα κακοποιώ τους υπαλλήλους με εξαντλητικά ωράρια, κάτι που δεν είναι αποδεκτό.
- Η εξουσία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να κακοποιώ κανείς τους πιο ευάλωτους.