κακομοίρης
ουσιαστικόΆτομο που βρίσκεται σε δυσχερή, άτυχη ή συναισθηματικά επώδυνη κατάσταση και προκαλεί λύπηση ή οίκτο.
Συνώνυμα
καημένος ταλαίπωρος άμοιρος δυστυχής άτυχος άθλιος μίζερος κακοπαθημένος κατατρεγμένος κακότυχος φτωχός θλιμμένος ελεεινός αποτυχημένος ατυχούλης αθλιούλης πτωχός θύμα δυστυχισμένος τσιγκούνης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κακομοίρης έχασε τη δουλειά του και δεν ξέρει πώς θα τα βγάλει πέρα.
- Ένας κακομοίρης περίμενε στο σταθμό για ώρες χωρίς εισιτήριο.
- Ακόμη και ο κακομοίρης γέλασε με τη γελοία δικαιολογία.
- Ο κακομοίρης φίλος μου πάντα ξεχνάει τα κλειδιά του και καταλήγει εκνευρισμένος.
- Ο κακομοίρης νόμιζε ότι θα γινόταν πλούσιος γρήγορα, αλλά απογοητεύτηκε.