καθολικός
επίθετο1. Που αφορά, καλύπτει ή εφαρμόζεται στο σύνολο ενός χώρου, μιας ομάδας ή ενός πεδίου, χωρίς περιορισμό σε μεμονωμένα μέρη.
2. Που έχει εκτεταμένη ή γενική εμβέλεια, ισχύ ή αποδοχή σε πολλούς ή σε όλους τους εμπλεκόμενους.
Συνώνυμα
οικουμενικός ρωμαιοκαθολικός παγκόσμιος γενικός συνολικός ολικός παπιστικός όλος απόλυτος γενικευμένος εκτενής ολοκληρωτικός συμπαντικός ολόκληρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάγκη για ελευθερία είναι καθολική.
- Ο παππούς μας ήταν καθολικός, ενώ η γιαγιά ήταν ορθόδοξη.
- Η νέα πολιτική έχει καθολικό χαρακτήρα και επηρεάζει όλους τους υπαλλήλους.
- Υπήρξε καθολική αντίδραση στην ανακοίνωση της εταιρείας.
- Στην επιστήμη αναζητούμε καθολικές αρχές που ισχύουν σε διαφορετικά πεδία.