καθολικός

επίθετο

1. Που αφορά, καλύπτει ή εφαρμόζεται στο σύνολο ενός χώρου, μιας ομάδας ή ενός πεδίου, χωρίς περιορισμό σε μεμονωμένα μέρη.

2. Που έχει εκτεταμένη ή γενική εμβέλεια, ισχύ ή αποδοχή σε πολλούς ή σε όλους τους εμπλεκόμενους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανάγκη για ελευθερία είναι καθολική.
  • Ο παππούς μας ήταν καθολικός, ενώ η γιαγιά ήταν ορθόδοξη.
  • Η νέα πολιτική έχει καθολικό χαρακτήρα και επηρεάζει όλους τους υπαλλήλους.
  • Υπήρξε καθολική αντίδραση στην ανακοίνωση της εταιρείας.
  • Στην επιστήμη αναζητούμε καθολικές αρχές που ισχύουν σε διαφορετικά πεδία.