θρήνος

ουσιαστικό

1. Έκφραση έντονου πένθους και λύπης, που εκδηλώνεται με παρατεταμένο κλάμα, στεναγμούς ή λόγια πόνου.

2. Τραγούδι, ποίημα ή ψαλμός που ψάλλεται ή εκφωνείται σε τελετές κηδείας ή σε στιγμές συλλογικής λύπης.

Συνώνυμα

οδυρμός κλαυθμός μοιρολόι θρήνη λυγμός πένθος ελεγεία κλάμα σπαραγμός οδύνη κραυγή αναστεναγμός στεναγμός καημός λύπη παράπονο τραγωδία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο θρήνος της οικογένειας ακούστηκε καθαρά στην κηδεία.
  • Οι κάτοικοι εξέφρασαν τον θρήνο τους για το χαμένο μνημείο.
  • Στο ποίημά του έγραψε έναν θρήνο για την πατρίδα.
  • Κατά τη λειτουργία, οι ψάλτες απέδωσαν παραδοσιακό θρήνο.
  • Από παντού ακούγονταν οι θρήνοι για τα θύματα της καταστροφής.