θεραπεύομαι
ρήμα1. Επανακτώ ή αποκαθιστώ την υγεία ή τη φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού μετά από ασθένεια ή τραυματισμό.
2. Υποβάλλομαι σε ιατρική, φαρμακευτική ή άλλη θεραπευτική παρέμβαση με σκοπό τη βελτίωση ή αποκατάσταση της κατάστασης της υγείας.
Συνώνυμα
αναρρώνω γιατρεύομαι επουλώνομαι νοσηλεύομαι ιάομαι αποκαθίσταμαι υποβάλλομαι αντιμετωπίζομαι βελτιώνομαι περνάω σώζομαι ανακουφίζομαι
Αντώνυμα
νοσώ αρρωσταίνω ασθενώ επιδεινώνομαι παραμελούμαι πιάνω παθαίνω υποτροπιάζω πάσχω επιβαρύνομαι πονώ τραυματίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το ατύχημα, θεραπεύομαι στο νοσοκομείο για αρκετές εβδομάδες.
- Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, θεραπεύομαι γρήγορα από τη λοίμωξη.
- Χάρη στην ψυχοθεραπεία, θεραπεύομαι από τα τραύματα του παρελθόντος.
- Κατά το πρόγραμμα αποκατάστασης, θεραπεύομαι με φυσιοθεραπείες και ασκήσεις.
- Πιστεύω ότι με τον χρόνο θεραπεύομαι και οι πληγές κλείνουν.