ηθικότητα
ουσιαστικό1. Η ιδιότητα ή κατάσταση του να ενεργεί κάποιος σύμφωνα με αρχές που καθορίζουν το σωστό και το λάθος, εκδηλούμενη μέσω εντιμότητας, ευθύνης και σεβασμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηθικότητα του γιατρού είναι απαραίτητη στη φροντίδα των ασθενών.
- Συζητούσαν για την ηθικότητα των επιχειρηματικών πρακτικών στην επιτροπή.
- Η πολιτική του είχε αμφισβητηθεί λόγω έλλειψης ηθικότητας.
- Στη φιλοσοφία, η ηθικότητα αποτελεί κεντρικό ζήτημα που αφορά το σωστό και το λάθος.
- Η εταιρεία ενισχύει την ηθικότητα μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων και κωδίκων δεοντολογίας.