ζωηράδα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση στην οποία ένα άτομο, ζώο ή αντικείμενο παρουσιάζει έντονη ενέργεια, δραστήρια συμπεριφορά, γρήγορες ή έντονες κινήσεις και εκφραστική παρουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ζωηράδα της προσωπικότητάς του κέρδιζε αμέσως τους άλλους.
- Η ζωηράδα των χρωμάτων στον πίνακα τραβούσε το βλέμμα.
- Τα παιδιά έπαιζαν με τέτοια ζωηράδα που κουράστηκε ο δάσκαλος.
- Η συζήτηση απέκτησε ζωηράδα όταν άρχισαν οι αντιπαραθέσεις.
- Η ζωηράδα της φωνής του έδωσε ένταση στην αφήγηση.
- Η ζωηράδα στη γεύση του πιάτου με εξέπληξε.