ζυγός

ουσιαστικό

1. Συσκευή ή όργανο που χρησιμεύει για τη μέτρηση του βάρους αντικειμένων, συνήθως με σύγκριση προς πρότυπα βαρίδια ή με δοκό/ζυγαριά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ζυγός του παζαριού έδειξε ότι το σακί ήταν πολύ βαρύ.
  • Έδεσαν τα βόδια στον ζυγό και άρχισαν το όργωμα.
  • Το ζώδιό της είναι ζυγός, γι' αυτό εκτιμά την ισορροπία.
  • Ο αριθμός δέκα είναι ζυγός.
  • Ο λαός εξεγέρθηκε για να σπάσει τον ζυγό της τυραννίας.