ζημιογόνος
επίθετο1. Που προκαλεί ζημία, βλάβη ή φθορά σε πρόσωπα, πράγματα ή περιουσία.
2. Που επιφέρει οικονομική απώλεια ή μειώνει την απόδοση ή το όφελος μιας δραστηριότητας ή επιχείρησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός ήταν ζημιογόνος για τις καλλιέργειες.
- Ο νέος φόρος αποδείχτηκε ζημιογόνος για τις μικρές επιχειρήσεις.
- Ο καπνός αποδείχτηκε ζημιογόνος για την υγεία των εργαζομένων.
- Ο όρος στο συμβόλαιο ήταν ζημιογόνος για τον επενδυτή.
- Ο ιός ήταν ζημιογόνος για το παγκόσμιο εμπόριο.