ζήτημα
ουσιαστικό1. Κάτι που τίθεται προς συζήτηση, εξέταση ή απόφαση σε δημόσιο, επαγγελματικό ή προσωπικό πλαίσιο.
2. Περίσταση ή κατάσταση που δημιουργεί δυσκολία ή ανησυχία και απαιτεί ενέργεια για διευθέτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει ένα ζήτημα που πρέπει να λύσουμε.
- Το ζήτημα της εκπαίδευσης συζητήθηκε εκτενώς στη συνάντηση.
- Το κύριο ζήτημα είναι η ασφάλεια.
- Αυτό είναι ένα νομικό ζήτημα που χρειάζεται εξειδικευμένη συμβουλή.
- Το οικονομικό ζήτημα προέχει αυτή τη στιγμή.
- Δεν είναι ζήτημα τύχης αλλά δουλειάς.