εύληπτος

επίθετο

Που γίνεται εύκολα κατανοητός ή αντιληπτός από τον νου χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Συνώνυμα

κατανοητός καταληπτός εννοητός αντιληπτός σαφής διαυγής προσιτός ευπρόσιτος ξεκάθαρος ευνόητος ευανάγνωστος ρητός εύκολος εύπεπτος απλός βατός διακριτός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξήγηση του καθηγητή ήταν τόσο σαφής που έγινε εύληπτη σε όλα τα παιδιά.
  • Το διάγραμμα έκανε τις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών εύληπτες, διευκολύνοντας την ανάλυση.
  • Έγραψα μια σύντομη περίληψη για να γίνει το κείμενο πιο εύληπτο.
  • Το μήνυμά του έγινε εύληπτο ακόμα και για όσους δεν είχαν προηγούμενη γνώση του θέματος.
  • Ο ορισμός στο λεξικό είναι εύληπτος και συνοψίζει το νόημα με ακρίβεια.