εφευρετικός

επίθετο

Που διαθέτει ικανότητα να βρίσκει πρωτότυπες και πρακτικές λύσεις σε προβλήματα ή να δημιουργεί νέες ιδέες και τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανεφάρμοστος άτεχνος αδέξιος ανέμπνευστος τετριμμένος ανίδεος αφελής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Μάριος είναι πολύ εφευρετικός και βρίσκει λύσεις σε κάθε πρόβλημα.
  • Η αδελφή μου είναι εφευρετική και φτιάχνει πρωτότυπες κατασκευές από απλά υλικά.
  • Χρειάστηκε να είμαστε εφευρετικοί για να τελειώσουμε τη δουλειά χωρίς τα κατάλληλα εργαλεία.
  • Οι μαθητές ήταν εφευρετικές και βρήκαν έναν έξυπνο τρόπο να παρουσιάσουν την εργασία τους.
  • Έδειξε εφευρετικό πνεύμα όταν πρότεινε μια απλή αλλά αποτελεσματική λύση.