ευτυχώ

ρήμα

1. Βιώνω ή βρίσκομαι σε κατάσταση έντονης ικανοποίησης, χαράς και εσωτερικής ευφορίας λόγω προσωπικών εμπειριών, σχέσεων ή επιτευγμάτων.

2. Απολαμβάνω ευνοϊκές συνθήκες ή επιτυχή έκβαση γεγονότων, με αποτέλεσμα ευημερία ή καλό βίο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ ευτυχώ όταν βρίσκομαι με την οικογένειά μου.
  • Δεν ευτυχώ όταν δουλεύω χωρίς διάλειμμα.
  • Με λίγα αγαθά, ευτυχώ και νιώθω πλήρης.
  • Κάθε φορά που σε βλέπω, ευτυχώ.
  • Παρά τις δυσκολίες, ευτυχώ επειδή έχω καλούς φίλους.