ευτυχώ
ρήμα1. Βιώνω ή βρίσκομαι σε κατάσταση έντονης ικανοποίησης, χαράς και εσωτερικής ευφορίας λόγω προσωπικών εμπειριών, σχέσεων ή επιτευγμάτων.
2. Απολαμβάνω ευνοϊκές συνθήκες ή επιτυχή έκβαση γεγονότων, με αποτέλεσμα ευημερία ή καλό βίο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυστυχώ λυπάμαι στενοχωριέμαι θλίβομαι ατυχαίνω αποτυγχάνω μελαγχολώ οδύρομαι κατσουφιάζω απογοητεύομαι πάσχω στεναχωριέμαι κακοπαθώ απελπίζομαι πονάω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ευτυχώ όταν βρίσκομαι με την οικογένειά μου.
- Δεν ευτυχώ όταν δουλεύω χωρίς διάλειμμα.
- Με λίγα αγαθά, ευτυχώ και νιώθω πλήρης.
- Κάθε φορά που σε βλέπω, ευτυχώ.
- Παρά τις δυσκολίες, ευτυχώ επειδή έχω καλούς φίλους.