ευπορία
ουσιαστικόΚατάσταση στην οποία υπάρχουν σε ικανοποιητικό και σταθερό βαθμό χρηματικοί πόροι, υλικά αγαθά ή άλλοι διαθέσιμοι πόροι, ώστε να καλύπτονται άνετα οι ανάγκες και να εξασφαλίζεται άνετη διαβίωση και οικονομική ευχέρεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευπορία της οικογένειας φάνηκε στα ανέμελα ταξίδια που έκαναν κάθε καλοκαίρι.
- Η ευπορία των καρπών εξασφάλισε αποθέματα για τον δύσκολο χειμώνα.
- Η ευπορία ιδεών του συγγραφέα φαίνεται στα έργα του.
- Σε καιρούς ευπορίας το κράτος επένδυε στην εκπαίδευση και τις υποδομές.
- Μετά από μια περίοδο ευπορίας, η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση.