εταιρία
ουσιαστικό1. Οργανισμός ή επιχειρηματική μονάδα που συστήνεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, με σκοπό οικονομικό όφελος ή κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα, και που μπορεί να λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο.
Συνώνυμα
επιχείρηση παρέα συντροφιά εταιρεία οργάνωση οργανισμός σωματείο συνεργείο συνεταιρεία ομάδα συνοδεία κομπανία πρακτορείο συνεταιρισμός πολυεθνική συνάφι κλίκα συμμορία παρεάκι παρεούλα τσούρμο σύνταγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρία ανακοίνωσε αύξηση των κερδών για το τρίτο τρίμηνο.
- Μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης ιδρύθηκε πέρυσι στην πόλη.
- Η εταιρία θεάτρου παρουσίασε το νέο έργο στο μικρό θέατρο.
- Η εταιρία των φίλων του τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα.
- Με καλή εταιρία το ταξίδι περνά πιο ευχάριστα.