εσωτερικός
επίθετο1. Που βρίσκεται στο εσωτερικό κάποιου χώρου, σώματος ή αντικειμένου και όχι στο εξωτερικό μέρος.
2. Που αναφέρεται ή ανήκει στην εσωτερική λειτουργία ή διοίκηση ενός οργανισμού, κράτους ή ομάδας.
Συνώνυμα
έσω εσώτερος ενδοκυτταρικός ενδοσχολικός ενδοοικογενειακός εσωτερικό εσώτατος ενδογενής ενδοσυστημικός ενδοψυχικός εσώκλειστος εγχώριος ιδιωτικός εσωστρεφής κρυφός ψυχικός απόκρυφος ανεπίσημος ενσωματωμένος οικιακός σπλαχνικός
Αντώνυμα
έξω εξωτερικός εξώτερος υπαίθριος εξώτατος εξωγενής δημόσιος εκτός αλλότριος περιφερειακός ύπαιθρος διεθνής επιδερμικός εξωστρεφής ανοιχτός παγκόσμιος ξένος επιφανειακός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εσωτερικός χώρος του σπιτιού χρειάζεται βάψιμο.
- Τα εσωτερικά όργανα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά.
- Έχει πολλές εσωτερικές συγκρούσεις που δεν δείχνει στους άλλους.
- Ο εσωτερικός κανονισμός απαγορεύει την πρόσβαση χωρίς κάρτα.
- Ο εσωτερικός μηχανισμός του ρολογιού απαιτεί καθαρισμό.
- Η εσωτερική πτήση προς τη Θεσσαλονίκη αναχώρησε στις 9.