εργατικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ατόμου ή ομάδας που εκδηλώνεται ως συστηματική και σταθερή ενασχόληση με εργασίες και υποχρεώσεις, με συνέπεια και διαρκή προσπάθεια για την ολοκλήρωση και την παραγωγή αποτελεσμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εργατικότητα της Μαρίας στην εργασία είναι υποδειγματική.
- Με σύγχρονα εργαλεία κατάφεραν να αυξήσουν την εργατικότητα του εργοστασίου.
- Η εθνική οικονομία χρειάζεται βελτίωση της εργατικότητας για να αναπτυχθεί.
- Η έλλειψη εργατικότητας στην ομάδα οδήγησε σε καθυστερήσεις στο έργο.
- Σε περιόδους κρίσης, η εργατικότητα και η αλληλεγγύη σώζουν κοινότητες.