επιτροπή
ουσιαστικό1. Ομάδα προσώπων ορισμένη ή εκλεγμένη για να εξετάζει, να εισηγείται ή να αποφασίζει επί συγκεκριμένων θεμάτων, συνήθως με καθορισμένες αρμοδιότητες και χρονική διάρκεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιτροπή συνεδριάζει αύριο για τον προϋπολογισμό.
- Σχημάτισαν μια ειδική επιτροπή για τη διερεύνηση του ατυχήματος.
- Η τράπεζα χρέωσε επιτροπή ύψους 2% επί της συναλλαγής.
- Η κριτική επιτροπή ανακοίνωσε τον νικητή του διαγωνισμού.
- Η διοργανωτική επιτροπή προετοίμασε το πρόγραμμα του συνεδρίου.