επιστήμονας
ουσιαστικόΆτομο που ασχολείται συστηματικά με την παρατήρηση, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση ερευνών για την απόκτηση, τον έλεγχο και την ερμηνεία γνώσεων βάσει επιστημονικών μεθόδων, διατυπώνοντας υποθέσεις, αναλύοντας δεδομένα και δημοσιεύοντας αποτελέσματα στο πλαίσιο ενός ειδικού επιστημονικού πεδίου.
Συνώνυμα
ερευνητής ερευνήτρια επιστήμων μελετητής μελετήτρια ειδικός ειδική ακαδημαϊκός ακαδημαϊκή θεωρητικός πειραματιστής πειραματίστρια τεχνολόγος μαθηματικός φυσικός χημικός βιολόγος γεωλόγος αστρονόμος στατιστικολόγος βιοτεχνολόγος μηχανικός εφευρέτης ιατρός γνώστης σοφός σοφιστής μεταρρυθμιστής εμπειρογνώμονας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επιστήμονας παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στο συνέδριο.
- Η ομάδα απαρτίζεται από βιολόγους και δύο επιστήμονες πληροφορικής.
- Ως επιστήμονας, πρέπει να ακολουθώ αυστηρά τα ερευνητικά πρωτόκολλα.
- Παρά τα χρόνια εμπειρίας, ο επιστήμονας παραδέχτηκε τα όριά του.
- Τον θεωρούν επιστήμονα στον τομέα των κλιματικών αλλαγών.