επιμελούμαι
ρήμα1. Παρέχω φροντίδα και προσοχή σε πρόσωπα, αντικείμενα ή διαδικασίες ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες τους και να διατηρούνται σε καλή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα επιμελούμαι τον ηλικιωμένο πατέρα μου.
- Στο μουσείο επιμελούμαι την οργάνωση και την περιγραφή της νέας έκθεσης.
- Ως συντάκτρια, επιμελούμαι τη στήλη των βιβλιοκριτικών του περιοδικού.
- Στη δουλειά επιμελούμαι να τηρούνται οι προθεσμίες και οι διαδικασίες.
- Κάθε πρωί πριν βγω, επιμελούμαι την εμφάνισή μου.