επιλαμβάνομαι
ρήμα1. Παίρνω στα χέρια μου ή εξασφαλίζω φυσική λαβή ή έλεγχο πάνω σε κάτι.
2. Αρχίζω να ασχολούμαι με ένα ζήτημα ή να το επεξεργάζομαι ενεργά.
3. Απευθύνομαι σε πρόσωπο ή σε ομάδα με λόγο ή παρέμβαση για να θίξω ή να αναπτύξω κάποιο θέμα.
Συνώνυμα
αναλαμβάνω ασχολούμαι διαχειρίζομαι καταπιάνομαι καταλαμβάνω κυριεύω χειρίζομαι αντιμετωπίζω ενασχολούμαι επεξεργάζομαι σχολούμαι αφορώ επεμβαίνω πιάνω παίρνω αρπάζω συλλαμβάνω μπαίνω ελέγχω ξεκινώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνεδρίαση, επιλαμβάνομαι του θέματος της ασφάλειας και προτείνω μέτρα.
- Ως διευθυντής, επιλαμβάνομαι των καταγγελιών και φροντίζω για τη διερεύνησή τους.
- Όταν είδα το παιδί να σκοντάφτει, αμέσως επιλαμβάνομαι του παιδιού και το συγκρατώ.
- Μετά την καταστροφή, επιλαμβάνομαι προσωπικά της οργάνωσης των αποκαταστατικών εργασιών.
- Σε επίσημη ανακοίνωση, επιλαμβάνομαι να ευχαριστήσω όλους όσους συνέβαλαν.