επικαλούμαι
ρήμα1. Αναφέρω κάτι, όπως νόμο, διάταξη, επιχείρημα ή πληροφορία, με σκοπό να το χρησιμοποιήσω ως τεκμηρίωση ή στήριγμα για μία θέση, αίτημα ή ισχυρισμό.
2. Προσφεύγω σε πρόσωπο, αρχή ή υπερφυσική δύναμη ζητώντας βοήθεια, στήριξη ή προστασία.
Συνώνυμα
αναφέρω παραθέτω παραπέμπω προσφεύγω καταφεύγω ανατρέχω προβάλλω επιχειρηματολογώ ζητώ ισχυρίζομαι αναζητώ παρουσιάζω επιχειρώ προσεύχομαι βασίζομαι εκλιπαρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο δικαστήριο, επικαλούμαι το άρθρο 5 του Συντάγματος.
- Σε δύσκολη στιγμή, επικαλούμαι τη βοήθειά σου.
- Όταν με ρωτούν, επικαλούμαι συχνά την προσωπική μου εμπειρία.
- Για να δικαιολογηθώ, επικαλούμαι προβλήματα υγείας.
- Κατά την προσευχή, επικαλούμαι το όνομα του Θεού.