επιδοτώ
ρήμα1. Παρέχω οικονομική ενίσχυση σε άτομο, επιχείρηση ή έργο, καλύπτοντας ολικώς ή μερικώς το κόστος για τη στήριξη ή προώθηση μιας δραστηριότητας.
Συνώνυμα
επιχορηγώ χορηγώ χρηματοδοτώ πριμοδοτώ ενισχύω στηρίζω υποστηρίζω συνδράμω συγχρηματοδοτώ συνεισφέρω καλύπτω πληρώνω βοηθώ δίνω ταΐζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επιδοτώ μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις για να αγοράσουν νέο εξοπλισμό.
- Κάθε μήνα επιδοτώ τη θέρμανση του σπιτιού των γονιών μου.
- Ως δημοτική αρχή, επιδοτώ τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.
- Στο πανεπιστήμιο, επιδοτώ φοιτητές με υποτροφίες για να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
- Για να ενισχύσω την τοπική οικονομία, επιδοτώ νεοφυείς επιχειρήσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας.