επιδείνωση
ουσιαστικόΗ μεταβολή προς το χειρότερο σε κατάσταση, συνθήκες, λειτουργία ή πρόγνωση ενός προσώπου, αντικειμένου, συστήματος ή φαινομένου, είτε βαθμιαία είτε απότομα.
Συνώνυμα
χειροτέρευση όξυνση επιβάρυνση υποτροπή υποβάθμιση παρακμή έξαρση παλινδρόμηση εξασθένηση επιπλοκή κατάρρευση οπισθοδρόμηση κατρακύλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς ανησύχησε τους γιατρούς.
- Η ξαφνική επιδείνωση του καιρού εμπόδισε την έναρξη του αγώνα.
- Η επιδείνωση της οικονομίας προκάλεσε αύξηση της ανεργίας.
- Μίλησαν για την επιδείνωση στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
- Η επιδείνωση των συμπτωμάτων έγινε εμφανής μετά τη διακοπή της θεραπείας.