επιδίωξη

ουσιαστικό

1. Πράξη ή προσπάθεια που καταβάλλεται με σκοπό την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος.

2. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή ζητούμενο που κάποιος επιδιώκει να πετύχει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιδίωξη της Μαρίας είναι να γίνει γιατρός.
  • Η επιδίωξη της εταιρείας είναι η επέκταση στις διεθνείς αγορές.
  • Η επιδίωξη της τελειότητας τον ώθησε να δουλεύει ασταμάτητα.
  • Μια βασική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι η μείωση της ανεργίας.
  • Κάθε επιδίωξη απαιτεί σαφές σχέδιο και επιμονή.