επιβλέπων

ουσιαστικό

Πρόσωπο που έχει την ευθύνη της επίβλεψης και της καθοδήγησης στη διεξαγωγή εργασιών, έργου ή δραστηριοτήτων, παρακολουθώντας την τήρηση κανόνων, προδιαγραφών και την ορθή εκτέλεση μέχρι την ολοκλήρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιβλέπων καθηγητής ολοκλήρωσε την αξιολόγηση της διδακτορικής διατριβής.
  • Ο επιβλέπων μηχανικός επέβλεψε τις εργασίες στο εργοτάξιο όλη την εβδομάδα.
  • Ο επιβλέπων ιατρός ενημέρωσε τους συγγενείς για την πορεία της ανάρρωσης.
  • Ως επιβλέπων του προγράμματος, ο Ανδρέας συντόνιζε τις συνεδριάσεις και τις αναφορές.
  • Ένας επιβλέπων ορίστηκε για το εργαστηριακό πείραμα προκειμένου να διασφαλιστεί η σωστή εκτέλεση.