επίτροπος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή όργανο που έχει επίσημη εξουσία ή αρμοδιότητα να εκπροσωπεί, να διαχειρίζεται ή να εποπτεύει υποθέσεις, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό άλλων ή δημόσιων φορέων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο επίτροπος ορίστηκε να διαχειρίζεται την περιουσία του ανήλικου.
- Η επίτροπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μίλησε για την κλιματική αλλαγή.
- Ο επίτροπος προστασίας δεδομένων επέβαλε πρόστιμο στην εταιρεία.
- Οι επίτροποι του συλλόγου συνεδρίασαν για να συζητήσουν τον προϋπολογισμό.
- Τον επίτροπο της ενορίας επέλεξαν για να οργανώσει το φιλανθρωπικό παζάρι.