εξοικονομώ
ρήμα1. Μειώνω τη δαπάνη ή τη χρήση χρημάτων, χρόνου, ενέργειας ή άλλων πόρων με σκοπό την αποφυγή σπατάλης.
2. Θέτω στην άκρη ή συγκεντρώνω πόρους, κυρίως χρήματα, ώστε να είναι διαθέσιμοι για μελλοντική χρήση ή έκτακτη ανάγκη.
Συνώνυμα
αποταμιεύω οικονομώ περικόπτω περιορίζω γλιτώνω κερδίζω μαζεύω θησαυρίζω μειώνω συγκρατώ συσσωρεύω συρρικνώνω κουτσουρεύω τσιγκουνεύομαι αποθησαυρίζω συμμαζεύω σώζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα εξοικονομώ χρήματα για τις διακοπές.
- Με τα νέα κουφώματα εξοικονομώ ενέργεια το χειμώνα.
- Με την οργάνωση του προγράμματος εξοικονομώ χρόνο κάθε πρωί.
- Με την τακτοποίηση της ντουλάπας εξοικονομώ χώρο για νέα ρούχα.
- Με την ανακύκλωση των υπολειμμάτων εξοικονομώ πρώτες ύλες στην παραγωγή.