εξελίσσομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε βαθμιαίες ή διαδοχικές αλλαγές που οδηγούν σε πιο σύνθετη, διαφοροποιημένη ή προηγμένη κατάσταση.
2. Αναπτύσσομαι σταδιακά σε δομή, λειτουργία ή ικανότητα μέσω φυσικών, βιολογικών, τεχνολογικών ή κοινωνικών διεργασιών.
Συνώνυμα
αναπτύσσομαι βελτιώνομαι προοδεύω ωριμάζω μεταβάλλομαι μετασχηματίζομαι διαμορφώνομαι σχηματίζομαι προχωρώ αναβαθμίζομαι ωριμάζομαι γίνομαι απογίνομαι εκσυγχρονίζομαι αλλάζω μεγαλώνω ανθίζω ευδοκιμώ ακμάζω ανέρχομαι συμβαίνω προχωράω μεταμορφώνομαι μετατρέπομαι
Αντώνυμα
στασιμεύω οπισθοδρομώ παρακμάζω υποβαθμίζομαι υποχωρώ σταματώ παγώνω επιβραδύνομαι χειροτερεύω ατονώ οπισθοχωρώ εκπίπτω φθίνω καταρρέω διολισθαίνω
Παραδείγματα χρήσης
- Καθημερινά, μελέτη και πρακτική με βοηθούν να εξελίσσομαι ως επαγγελματίας.
- Μέσα από τις δυσκολίες, εξελίσσομαι προσωπικά και ωριμάζω.
- Ως ανθρώπινο είδος, εξελίσσομαι σε βάθος χρόνου.
- Οι συζητήσεις με συναδέλφους με κάνουν να εξελίσσομαι στις ιδέες μου.
- Σταδιακά, εξελίσσομαι καθώς προχωρά το έργο και προσαρμόζω τις μεθόδους μου.