εμπλεκόμενος
επίθετο1. Που συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα σε μια υπόθεση, δραστηριότητα ή κατάσταση.
2. Που έχει ανάμειξη ή ευθύνη σε ένα ζήτημα, συχνά με αρνητική ή προβληματική διάσταση.
Συνώνυμα
εμπλεγμένος μπλεγμένος αναμειγμένος συμμετέχων συμμέτοχος συνδεδεμένος ύποπτος δεσμευμένος ενδιαφερόμενος συνεργός συνυπεύθυνος κατηγορούμενος συγκατηγορούμενος σχετιζόμενος εναγόμενος απασχολούμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εμπλεκόμενος κατέθεσε στην αστυνομία όσα γνώριζε για την υπόθεση.
- Οι εμπλεκόμενοι στο τροχαίο μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο.
- Η εμπλεκόμενη εταιρεία αρνήθηκε τις κατηγορίες.
- Ένιωσε εμπλεκόμενος όταν το όνομά του αναφέρθηκε στη συζήτηση.
- Δεν θέλω να είμαι εμπλεκόμενος σε αυτήν τη διαμάχη.
- Σε διεθνείς διαπραγματεύσεις, κάθε εμπλεκόμενος πρέπει να τηρεί εμπιστευτικότητα.