εμετικός
επίθετο1. Που προκαλεί εμετό ή διεγείρει την ανάγκη για εμετό.
2. Που προκαλεί έντονη ναυτία ή αηδία, θεωρούμενο εξαιρετικά δυσάρεστο.
Συνώνυμα
εμετογόνος εμετογενής αηδιαστικός σιχαμερός σιχαρός σιχαμένος αποκρουστικός αποτροπιαστικός βδελυρός απεχθής βρώμικος γλοιώδης φρικτός απαίσιος σκατένιος γκροτέσκος αισχρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φάρμακο είχε εμετική δράση και προκάλεσε έντονη ναυτία.
- Από το σάπιο ψάρι αναδυόταν μια εμετική οσμή.
- Το αστείο του ήταν εμετικό και κανείς δεν γέλασε.
- Τα σχόλιά του στο διαδίκτυο ήταν εμετικά και πολλοί ένιωσαν αηδία.
- Ο ασθενής παρουσίασε εμετικούς σπασμούς και χρειάστηκε νοσηλεία.
- Ο εμετικός μηχανισμός ενεργοποιήθηκε ως προστατευτική αντίδραση.