εκφεύγω

ρήμα

1. Βγαίνω από έναν χώρο, κατάσταση ή περίσταση που με συγκρατεί ή με θέτει σε κίνδυνο, αποκτώντας ελευθερία κίνησης ή ασφάλεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε στιγμές πανικού, πολλές φορές εκφεύγω από το σπίτι χωρίς να πω τίποτα.
  • Όταν τον ρωτάνε για το λάθος, συνήθως εκφεύγει της απάντησης.
  • Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή εκφεύγει των δυνατοτήτων μας να το λύσουμε.
  • Μικρές ατέλειες που εκφεύγουν της προσοχής μας δεν είναι σοβαρές.
  • Ακόμη και όταν προσπαθεί να δικαιολογηθεί, δεν εκφεύγει των συνεπειών των πράξεών του.