εκσυγχρονισμός

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της ανανέωσης και προσαρμογής υποδομών, τεχνολογίας, θεσμών, δομών ή πρακτικών ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες, πρότυπα και απαιτήσεις.

Συνώνυμα

εκμοντερνισμός αναβάθμιση επανεκσυγχρονισμός μοντερνισμός ανανέωση ανακαίνιση αναμόρφωση μεταρρύθμιση εξορθολογισμός αναδιοργάνωση ανακατασκευή ανάπλαση καινοτομία αναδιαμόρφωση ανασυγκρότηση βελτίωση νεωτερισμός φρεσκάρισμα ανάπτυξη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εκσυγχρονισμός των νοσοκομείων βελτίωσε τις υπηρεσίες υγείας.
  • Ο εκσυγχρονισμός του λογισμικού έκανε πιο ασφαλή τα δεδομένα της εταιρείας.
  • Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης στόχευσε στη μείωση της γραφειοκρατίας.
  • Ο εκσυγχρονισμός των σιδηροδρόμων μείωσε τους χρόνους ταξιδιού.
  • Ο εκσυγχρονισμός του θεάτρου διατήρησε τον ιστορικό χαρακτήρα ενώ βελτίωσε τις εγκαταστάσεις.