εκπίπτω
ρήμα1. Χάνω αξίωμα, θέση ή δικαίωμα και αποκλείομαι από ένα σώμα, υπηρεσία ή κατάταξη λόγω πειθαρχικής, νομικής ή διοικητικής ενέργειας.
2. Μειώνομαι ή αφαιρούμαι χρηματικό ποσό από το συνολικό ή φορολογητέο εισόδημα, με αποτέλεσμα την οικονομική έκπτωση.
Συνώνυμα
αποπέμπομαι αποβάλλομαι εκδιώκομαι αποκλείομαι απολύομαι απομακρύνομαι υποβιβάζομαι ακυρώνομαι αναιρούμαι καταργούμαι εξαιρούμαι εκτοπίζομαι χάνομαι χάνω πέφτω παύομαι ξεπέφτω εξοστρακίζομαι αφαιρώ παρακμάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα έξοδα μετακίνησης εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα.
- Μετά την καταδίκη του, ο δήμαρχος εκπίπτει από το αξίωμα.
- Αν δεν προσκομίσεις τα δικαιολογητικά, εκπίπτεις από τη λίστα των υποψηφίων.
- Ο πολιτικός εκπίπτει ηθικά όταν αποδεικνύεται εμπλεκόμενος σε σκάνδαλα.
- Σε περίπτωση μη πληρωμής των τελών, το δικαίωμά σου εκπίπτει αυτόματα.