εκλεκτός
επίθετο1. Που έχει επιλεγεί ανάμεσα σε άλλους ως προτιμητέος ή κατάλληλος για συγκεκριμένο ρόλο, θέση ή σκοπό.
2. Που χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα ή προτίμηση λόγω ιδιαίτερου γούστου, αξίας ή σπανιότητας.
Συνώνυμα
επίλεκτος επιλεγμένος διαλεχτός ευνοημένος προτιμημένος διακεκριμένος ξεχωριστός επιθυμητός αγαπημένος μοναδικός αγαπητός ιδιαίτερος υποψήφιος πολύτιμος αριστοκρατικός εκτιμητός προνομιούχος προσφιλής πρωτοκλασάτος άριστος εξαιρετικός ανώτερος κορυφαίος ποιοτικός θείος αξιότιμος λατρεμένος νόστιμος εκλεπτυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκλεκτός υποψήφιος κέρδισε την εμπιστοσύνη της επιτροπής.
- Η εκλεκτή φίλη μου έστειλε μια ευχετήρια κάρτα.
- Για το δείπνο επέλεξε ένα εκλεκτό κρασί από την παλιά σοδειά.
- Στο πάρτι προσκλήθηκαν μόνο οι εκλεκτοί φίλοι και συγγενείς.
- Τον θεωρούν τον εκλεκτό της εταιρείας για τη θέση του διευθυντή.