εισβάλλω
ρήμα1. Μπαίνω σε χώρο, περιοχή ή κράτος με βία ή χωρίς άδεια, συχνά με σκοπό την κατάληψη, την επιβολή ή την επίθεση.
2. Παραβιάζω ένα όριο ή είσοδο απότομα ή βίαια, διακόπτοντας ή διαρρηγνύοντας την προστασία ή την τάξη του χώρου.
Συνώνυμα
μπουκάρω προσβάλλω εισδύω επιτίθεμαι ορμάω καταλαμβάνω κατακτώ παρεισβάλλω μπω επιχειρώ εισέρχομαι τρυπώνω παραβιάζω διαπερνώ κατακλύζω ξεχύνομαι χώνω μπαίνω ανακατεύομαι παρεμβαίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χωρίς προειδοποίηση, εισβάλλω με τα στρατεύματά μου στη γειτονική χώρα.
- Χωρίς να χτυπήσω, εισβάλλω στο δωμάτιο και όλοι γυρίζουν να με κοιτάξουν.
- Στη συζήτηση, συχνά εισβάλλω με μια σύντομη ερώτηση για να την αλλάξω.
- Δεν θέλω να εισβάλλω στην ιδιωτική της ζωή, αλλά ανησυχώ για την ασφάλειά της.
- Ως ελεγκτής ασφαλείας, εισβάλλω σε πληροφοριακά συστήματα με άδεια για να εντοπίσω τρωτά σημεία.