δωρίζω
ρήμα1. Παραδίδω ή προσφέρω κάτι σε κάποιον χωρίς αντάλλαγμα, ως προσωπικό, φιλανθρωπικό ή συμβολικό δώρο.
2. Παρέχω χρήματα, αντικείμενα, υπηρεσίες ή περιουσιακά στοιχεία σε οργανισμό, ίδρυμα ή κοινότητα για στήριξη ή κοινό όφελος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χρόνο δωρίζω χρήματα σε φιλανθρωπικά ιδρύματα.
- Στις γιορτές δωρίζω παιχνίδια στα παιδιά της γειτονιάς.
- Για λόγους κληρονομιάς δωρίζω το σπίτι μου στην κόρη μου.
- Κάθε άνοιξη δωρίζω αίμα στο νοσοκομείο.
- Τον ελεύθερο χρόνο μου δωρίζω σε εθελοντικές δράσεις της κοινότητας.